Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Η... ΜΠΙΖΝΑ ΤΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ.

ΤΗΣ ΓΙΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΗ

Ενας ηλικιωμένος πουλά μήλα με μια σακούλα στο δρόμο που ίσως έκοψε από το μικρό περιβολάκι του. Το βλέμμα του κατεβασμένο, θλιμμένο, γεμάτο ντροπή, επικαλυμμένη όμως από την απόγνωση. Μια κυρία προσφέρει στιλό μπικ συνοδεύοντας την προσφορά της με τη φράση «δώστε ό,τι θέλετε», ελπίζοντας στην καλή διάθεση ή και στη βιασύνη μερικών να ξεμπλέξουν από την «ενοχλητική» κραυγή αγωνίας της. Μαμά με δύο παιδιά, το ένα στο καρότσι, τείνει το χέρι της για κάποια λεπτά του ευρώ που αυτομάτως στα μάτια της μετουσιώνονται σε γάλα για τα μωρά της. Οι αθώες παιδικές φωνές, το χαμόγελο στα χείλη τους διώχνουν το αίσθημα θλίψης των περαστικών στη θέα τους και προκαλούν ένα αμήχανο μειδίαμα με εικόνα στο μέλλον δυο ευτυχισμένους ενήλικες με όμορφα χτισμένη ζωή χωρίς το μαύρο φόντο του σημερινού κάδρου της ζωής τους.
Δεκάδες μετανάστες απλώνουν την πραμάτεια τους δημιουργώντας ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή, πουλώντας το εμπόρευμά τους για να αγοράσουν μερικά γραμμάρια ελπίδας. Συνάνθρωποί μας της διπλανής πόρτας σκύβουν δήθεν αδιάφορα πάνω από τους κάδους των σκουπιδιών, αφήνοντας να αιωρείται η αμφιβολία ότι ψάχνουν κάτι που τους έπεσε μέσα κατά... λάθος.
Εικόνες καθημερινές που μέχρι τώρα ίσως μας άφηναν αδιάφορους, καθώς πάντοτε τις αντιμετωπίζαμε καχύποπτα σκεπτόμενοι «έλα μωρέ, μπίζνα είναι κι αυτό». Δυστυχώς καθημερινά διαπιστώνουμε ότι η ζωή και οι συνθήκες διαβίωσης ωθούν ανθρώπους που μέχρι τώρα είχαν μια φυσιολογική, αξιοπρεπή ζωή να καταφύγουν σε λύσεις ανάγκης για να συπληρώσουν το ισχνό εισόδημά τους ή για να καλύψουν το κενό που τους άφησε η ανεργία. Στις φιγούρες αυτών των ανθρώπων, της καθημερινότητας πια, ο καθένας θα μπορούσε να τοποθετήσει τον πατέρα του, που με τη χαμηλή σύνταξη δεν μπορεί να συντηρήσει νοικοκυριό, τον αδελφό του που έμεινε άνεργος, αλλά τα παιδιά του πρέπει να φάνε, τον κολλητό του από το σχολείο που ήταν άριστος μαθητής, σπούδασε στο πανεπιστήμιο, έκανε μεταπτυχιακά και τώρα τον συντηρούν οι γονείς του.
Εικόνες που, αν και η κρίση είναι ακόμη στην αρχή, είναι ήδη ορατές και με καθαρές πινελιές αποτυπώνονται στο αστικό κυρίως τοπίο της χώρας μας. Εικόνες που μας πληγώνουν, μας θλίβουν και θα έπρεπε να προβληματίσουν τους άρχοντες της κοινωνίας μας, ώστε να ορθώσουν πλέον το ανάστημά τους απέναντι στη λαίλαπα των μέτρων που μέρα με τη μέρα ωθεί όλο και περισσότερους συμπολίτες μας στην εξαθλίωση.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

SELECTIVE DEFAULT, ΑΔΕΛΦΕ ΓΥΦΤΕ.

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Aποκαρδιωμένος από την αυτολοιδορία, μπαϊλντισμένος απ’ τα φυλετικά στερεότυπα που ακοντίζουν λαϊκές φυλλάδες του Βορρά κατά του οκνηροπονηρού Νότου, αποκαμωμένος ν’ ακούω φίλους και γνωστούς, πρώην συνοδοιπόρους και συναδέλφους, να σιχτιρίζουν το κρατίδιο, το γένος, το έθνος και τη φύτρα τους, και να παρακαλούν να ’ρθει ο Γερμανός, ο Ευρωπαίος, να βάλει τάξη στο ρωμέικο, κατατροπωμένος από την ορμή της εθελοδουλίας και του προδιαφωτιστικού ραγιαδισμού, ηττημένος, παραδομένος στην ιδιοτέλεια του χατζηαβάτη Γραικύλου, έγειρα στο ντιβάνι απομεσήμερο Ιουλίου στο νησί, αποκαμωμένος από τη ζέστη και το ιμάμ, χορτάτος από θάλασσα βαθυγάλαζη και μύρο φασκομηλιάς, άπλωσα το χέρι στο ράφι κι έπιασα ένα κοντόχοντρο τόμο: Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, Ανέκδοτα - Γνωμικά - Περίεργα - Αστεία - Ιστορίες εκ του βίου διασήμων Ελλήνων 1820-1864. Βρήκα μια θέση στο πλάι, βολική. Ακολουθούσα τη σκέψη του φίλου Νίκου και του κυρίου Σπύρου διαβάζοντας.
«Ο εθνικός ποιητής Σολωμός ζούσε στ’ Ακρωτήρι της Ζάκυθος με τον πιστό του υπηρέτη Λάμπρο, στο σπίτι του Στράνη. Ο υπηρέτης αργότερα διηγώταν: “Ενα μεσημέρι (1825) ακούμε κανονιές, και το αφεντικό εβγήκε έξω από την κάμαρά του και εστάθηκε στο λόφο. Επειτα ασηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό εφώναξε δυνατά, μα πολύ δυνατά: “Βάστα, καϊμένο Μισολόγγι, βάστα!” Και έκλαιγε σαν το παιδί”» (Απαντα Σολωμού, εν Ζακύνθω, 1880).
«Ο Κολοκοτρώνης στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, που τον κυνηγούσαν τα κυβερνητικά στρατέματα (μ’ αρχηγό τους τον Κωλέτη), έφτασε σ’ ένα χωριό Ράδο της Γορτυνίας, και κάθισε κάτου από μια καρυδιά. Λυπημένος μονολογούσε: “Τι έχεις καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια...”» (Αρκαδική Επετηρίς, 1906).
«Ο παλιός επίσημος αγωνιστής, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, επί Οθωνα προβιβασμένος Σελλασίας, ήτανε στα στερνά του (πέθανε Απρίλη 1843). Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης φίλος του στενός, θέλησε να τονέ ρωτήση το τελευταίο του θέλημα. “Εχεις καμιά παραγγελιά, Σεβασμιώτατε; Για την κατάστασή σου τι έχεις να μου πης;” “Κατάσταση; είπε ο ετοιμοθάνατος· να ο καναπές με την παλιόψαθα, και οι πέντε καρέκλες· αυτά είναι η κατάστασή μου… Τι να μοιράσω στους δικούς μου; Αν θέλη το Εθνος ας λάβη φροντίδα. Εγώ τους αφίνω την ευχή μου… και την πατρίδα ελεύθερη, κληρονομιά τους…”» (εφημ. Αιών, 1852).
«Μια μέρα ο Κυβερνήτης [Καποδίστριας] βγήκε περίπατο από τ’ Ανάπλι συντροφιά μ’ ένα γερουσιαστή. Εκεί που περπατούσανε συλογισμένοι, είπε ο Κυβερνήτης άξαφνα: “Α, πόσα πλούτη έχει η Ελλάδα!” Ο γερουσιαστής παράξενος ρώτησε, πού είναι αυτά τα πλούτη. “Στα σπλάχνα της γης”, είπε ο Κυβερνήτης.» (Ηχώ των Επαρχιών, 1843).
«Πήγαινα, διηγιέται ο ίδιος εις την τέντα μου κ’ έτρωγα ολίγο ψωμί· μου είπε (κάποιος φίλος, ο Αναγν. Ζαφειρόπουλος): “Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου, και η πατρίς σου θέλει σε ανταμείψει”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Εμένα η πατρίς θα πρωτοεξορίση”» Και η τύχη το έφερε και αλήθευσα». (Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, του Γ. Τερτσέτη).
«Οι επίσημοι Καπεταναίοι της Επανάστασης είχανε διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Το Δυσσέα Ανδρούτσο τονέ λεγανε οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα τερτίπια του. Γέροντα λέγανε το Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Γύφτο τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του. “Αδελφέ Γύφτο” έγραφε ο Αντρούτσος στον Κολοκοτρώνη σ’ ένα γράμμα του. Γύφτο λέγανε και τον Καραϊσκάκη. “Γύφτο, Γύφτο”, (τούγραφε ο Κολοκοτρώνης) έχεις να κάμης με σόϊ γύφτικο και στοχάσου” (το σόι το δικό σου)» (Voutier, Memoires).
«Οταν ο Καραϊσκάκης πήγε στ’ Ανάπλι, στα 1826, ενώ την Αθήνα την πολιορκούσε ο Κιουταχής, και διορίστηκε Γενικός αρχηγός των στρατευμάτων της Ρούμελης για να πάη να πολεμήση, παρουσιάστηκε στη Διοικητική Επιτροπή. Τότε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ο Α. Ζαΐμης, πρώτος τονέ συχώρεσε για την παλιά τους έχτρα, που βαστούσε από τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, όταν ο Καραϊσκάκης είχε κάμει πολλά κακά στα σπίτια και τα χτήματα των Ζαΐμηδων, στην Κερπινή. Ο Ζαΐμης όμως γενναιόκαρδος τονέ συχώρεσε. Ο Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιληθήκαν οι δυο και ξεχαστήκαν τα περασμένα. Στη σκηνή αυτή έτυχε νάναι ο Υδραίος Βασίλης Μπουντούρης κ’ είπε στον Καραϊσκάκη: “Δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου στην πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο θεός να σε φωτίση να το κάμης από εδώ κι’ ομπρός…” “Δεν τ’ αρνιώμαι!” αποκρίθηκε ο Καραϊσκάκης. “Οταν θέλω γίνομαι άγγελος, κι’ όταν θέλω πάλε γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος”». (Από πολλές πηγές).
Πηγή

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

ΔΙΚΟΠΟΙ ΧΡΕΟΚΟΠΟΙ.

Του Γιάννη Πανούση

Κύριε Κοκουλοσκεπάστρα,
Ωδηγούσατε… ενώ είχατε αποκοιμιθή!

Άσημος Λίθος, Η άσκησις της Ικαρίας


Επιλεκτική χρεοκοπία σημαίνει ότι οι ολίγοι (οι κυβερνώντες; οι υπερκυβερνώντες; οι παρακυβερνώντες;) αποφασίζουν ποιά κοινωνικά στρώματα θα πτωχεύσουν για να σωθούν κάποια τζάκια.
Επιλεκτική χρεοκοπία σημαίνει ότι οι πλήρως αποτυχόντες πολιτικοί (του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ) αντί να ζητήσουν συγνώμη και να μπουν μόνοι τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αποφασίζουν να πάρουν μαζί τους και ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού (εν είδει προ-επιλεγέντων ομήρων).
Επιλεκτική χρεοκοπία σημαίνει ότι οι κρατικοδίαιτοι διανοούμενοι και οι λοιποί διαμορφωτές της κοινής γνώμης (εξακολουθούν να) έχουν κοντή μνήμη και ηθική. Και γι’ αυτό επιλέγουν ποια χρεοκοπημένα πολιτικά πρόσωπα και ποιες χρεοκοπημένες πολιτικές πρακτικές θα προβάλλουν και τί θα αποκρύψουν.
Με άλλα λόγια επιλεκτική χρεοκοπία σημαίνει να αποφασίζουν άλλοι για σένα χωρίς εσένα (και, κυρίως, εναντίον σου).
Γι’ αυτό στην (όποια) παύση πληρωμών επισείουν, πρέπει να απαντήσουμε με παύση διαλόγου/ επικοινωνίας/ εμπιστοσύνης σ’ αυτούς (και μ’ αυτούς) που θέλουν να μας παρασύρουν στο δικό τους «χρηματιστήριο συναλλαγών».

Υ.Γ. Πλάι στην επιλεκτική οικονομική χρεοκοπία παραμονεύει και η γενική εκ-πτώχευση των κοινωνικών μας αξιών. Σ’ αυτήν πρέπει να πούμε το Μεγάλο Όχι. Δεν θα γίνουμε ρινόκεροι. Δεν θα τους μοιάσουμε. Δεν θα επιλέξουμε κι εμείς θύματα ανάμεσα στους συνανθρώπους μας, τους ήδη θυματοποιημένους. Το με «Ποιους είσαι;» αποκτά, πλέον, και ηθικό περιεχόμενο.

Πηγή





Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ.

Σπάνια ευρήματα ανακαλύφθηκαν στην σπηλιά του Κύκλωπα, που βρίσκεται στο νησί Γιούρα των Βορείων Σποράδων, στη διάρκεια πολύμηνης ανασκαφικής έρευνας που διενήργησε η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας - Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδος, με επικεφαλής τον κ. Αδαμάντιο Σάμψων, καθηγητή προϊστορικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου. Ο ερευνητικός άθλος της ομάδας, που τόλμησε να προσεγγίσει το θρυλικό σπήλαιο κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, απέφερε καρπούς, που μεταφράζονται σε εκπληκτικά ευρήματα, τα οποία εκτείνονται από την προϊστορική περίοδο, φθάνοντας έως τα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά χρόνια.
Το συγκεκριμένο σπήλαιο, που όπως προαναφέρθηκε χρησιμοποιήθηκε 11.000 χρόνια πριν, διερευνήθηκε από το 1992 έως το 1996, αποκαλύπτοντας τα μυστικά που έκρυβε επί πολλούς αιώνες. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πλήθος κεραμικών υψηλής αισθητικής, εργαλεία από πέτρα και οστά ζώων, κοσμήματα φτιαγμένα από θαλασσινά όστρακα και δεκάδες ακόμη αντικείμενα, που αποτελούν τεκμήρια του μακρινού παρελθόντος.
Το σπήλαιο βρίσκεται στην νότια πλευρά του νησιού, έχει μήκος 50 μέτρα, πλάτος 40 και 15 ύψος, ενώ το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι γίνεται βαραθρώδες καθώς προχωράει κανείς στο εσωτερικό του, με αποτέλεσμα να καθίσταται επικίνδυνη η προσέγγιση. Οι όποιες δυσκολίες, ωστόσο, δεν πτόησαν την ερευνητική ομάδα και όπως αποκαλύπτει μάλιστα ο εκ Σκοπέλου καταγόμενος καθηγητής «την ύπαρξη του συγκεκριμένου σπηλαίου την γνώριζα από τότε που ήμουν παιδί». Οι ανασκαφές επεκτάθηκαν «κυρίως στην πρώτη αίθουσα, πολύ κοντά στην είσοδο, όπου υπάρχει μεγάλη πυκνότητα κατοίκησης, ενώ στο εσωτερικό του, η έρευνα απέδωσε λίγα δείγματα χρήσης κατά την κλασσική, ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Ιδιαίτερα οι ρωμαϊκοί χρόνοι (1ος - 2ος μ.Χ. αιώνας) αντιπροσωπεύονται από πλούσια ευρήματα σε όλους τους χώρους του σπηλαίου, και κυρίως λύχνους, που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι την συγκεκριμένη περίοδο, το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε ως χώρος λατρείας» επισημαίνει ο κ. Σάμψων.

Μοναδικά ευρήματα

Τα σημαντικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν, συμπληρώνουν το παζλ των πληροφοριών που αφορούν στην νεολιθική περίοδο (6.500 - 4.000 π.Χ.) καθώς εκτείνονται από την αρχαιότερη, μέση και στο πρώϊμο τμήμα της νεώτερης νεολιθικής. Στην συγκεκριμένη περίοδο ανάγεται η γραπτή κεραμική που έχει βρεθεί, η οποία στην μέση νεολιθική περίοδο φθάνει σε «ύψιστη τελειότητα» όπως υπογραμμίζει ο επικεφαλής της έρευνας. Εκπληξη προκάλεσαν, εξάλλου, στους αρχαιολόγους τα θραύσματα είκοσι περίπου αγγείων που βρέθηκαν στο εσωτερικό του σπηλαίου, τα οποία είχαν διακοσμητικά θέματα επηρεασμένα από την υφαντική και σύμφωνα με την επισήμανση του καθηγητή προϊστορικής αρχαιολογίας «δημιουργήθηκαν κατά πάσα πιθανότητα από γυναικεία χέρια σε τοπικό εργαστήριο». Στη νεότερη νεολιθική περίοδο η χρήση του σπηλαίου έγινε πιο εντατική και οι άνθρωποι ασχολούνταν περισσότερο με την κτηνοτροφία, όπως δείχνουν άλλωστε τα πολυάριθμα οστά ζώων που έχουν βρεθεί.
Το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα βαθύτερα στρώματα, στις τομές που ανοίχθηκαν κοντά στην είσοδο, που ανήκουν στην μεσολιθική εποχή και χρονολογούνται από την 9η έως την 7η χιλιετία π.Χ. «Πρόκειται για επάλληλα δάπεδα κατοίκησης, πάνω στα οποία βρέθηκαν εστίες και υπολείμματα τροφών, που συνίστανται σε εκατοντάδες χιλιάδες οστά ζώων, πουλιών και κυρίως ψαριών, ενώ επίσης βρέθηκαν τεράστιες ποσότητες θαλάσσιων οστρέων και σαλιγκαριών» σημειώνει ο ερευνητής του σπηλαίου. Τα συγκεκριμένα ευρήματα είναι πολύ σημαντικά, διότι φωτίζουν μια εποχή που για πρώτη φορά δείχνει το πρόσωπό της, στον χώρο του Αιγαίου. Ανάμεσα στα άλλα ευρήματα ξεχωρίζουν τα αγκίστρια, 45 περίπου, διαφόρων μεγεθών, που όμοιά τους δεν έχουν ξαναβρεθεί μέχρι σήμερα στον ελλαδικό χώρο. Επίσης βρέθηκαν κοσμήματα από όστρακα, πεταλίδες που είχαν μετατραπεί σε κουτάλια καθώς και πλήθος από λίθινα και οστέϊνα εργαλεία. Το τμήμα ανθρώπινου κρανίου που βρέθηκε στα βαθύτερα στρώματα της ανασκαφής, ανήκει, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, σε γυναίκα ηλικίας 65 - 70 ετών και θεωρείται σπάνιο φαινόμενο αν αναλογιστεί κανείς ότι ήταν χαμηλός ο μέσος όρος ζωής.

Αλιείς και ναυτικοί

Τα δεδομένα που προέκυψαν από την καθ’ όλα γόνιμη έρευνα στο σπήλαιο του Κύκλωπα, δείχνουν ότι πριν από 11.000 χρόνια, οι ένοικοι του σπηλαίου εκτός από το κυνήγι ασχολούνταν συστηματικά με την συλλογή θαλάσσιων όστρεων και το ψάρεμα. Επίσης η παρουσία εργαλείων από οψιανό της Μήλου, στα μεσολιθικά στρώματα, δείχνει ότι είχε αναπτυχθεί η ναυσιπλοΐα και η θαλάσσια επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων περιοχών. Οι μετέπειτα έρευνες τα τελευταία 15 χρόνια από τον ίδιο ερευνητή έχουν δείξει ότι ο νησιωτικός αυτός μεσολιθικός πολιτισμός επεκτείνεται σε όλο το Αιγαίο. Οι ανασκαφές των τελευταίων χρόνων στο μεσολιθικό οικισμό του Μαρουλά της Κύθνου, στο Κεραμέ της Ικαρίας και οι επιφανειακές έρευνες στη Νάξο και στη Χάλκη της Δωδεκανήσου αποκαλύπτουν ένα δραστήριο πληθυσμό που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αλιεία και στις θαλάσσιες μετακινήσεις.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το σπήλαιο του Κύκλωπα αποτελεί μια από τις αρχαιότερες, μέχρι στιγμής, θέσεις του νησιωτικού Αιγαίου. Οσο για τα αποτελέσματα της έρευνας απέσπασαν δικαιολογημένα το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και μάλιστα πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερος τόμος στην Αμερική, για το συγκεκριμένο σπήλαιο.
Μέρος των ευρημάτων που περιλαμβάνουν τμήματα αγγείων, διάφορα μικροαντικείμενα, οστά ζώων και θαλάσσια όστρεα, φυλάσσονται στις αποθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου και στις προθέσεις των ιθυνόντων είναι να παρουσιαστούν μελλοντικά στο κοινό, στο πλαίσιο περιοδικής έκθεσης στην ειδική αίθουσα του Μουσείου, ενώ άλλα ευρήματα βρίσκονται στην Εφορεία Σπηλαιολογίας. Στην διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες δημοσιεύσεις σχετικά με το μοναδικό αυτό εύρημα, που αποκαλύπτει, χάρη σε μια τολμηρή ερευνητική προσπάθεια, τα δεδομένα που επικρατούσαν χιλιάδες χρόνια πριν.





Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΩΝ, ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΠΑΙΔΙΩΝ.

Του Σωτήρη Ζάχου

Στόχευε στο φεγγάρι. Ακόμα κι αν αστοχήσεις,
θα βρεθείς κάπου ανάμεσα στα Αστέρια".
Με βεβαιότητα ΔΕΝ το είπε ο Κομφούκιος

«Αποδέχομαι και οριστικοποιώ»! Τη στιγμή που και ο τελευταίος υποψήφιος πατούσε το εικονίδιο στην οθόνη του υπολογιστή καταθέτοντας το μηχανογραφικό του, ένιωσα σαν το Βεζούβιο τη στιγμή της μεγαλειώδους έκρηξής του, η οποία αφάνισε την Πομπηία. Εγώ βέβαια, δεν προκάλεσα τέτοια καταστροφή αλλά ο αυθόρμητος αναστεναγμός μου παράσυρε όλη την ένταση που είχα συσσωρεύσει βοηθώντας παιδιά στην επιλογή σχολών. Ευτυχία! Όχι γιατί άφηνα πίσω μου την απάνθρωπη κούραση των ημερών αλλά επειδή θα αργούσα να ξανακούσω τη λέξη «προοπτικές», με την οποία βομβαρδίστηκα από τελειοφοίτους και γονείς για αρκετές μέρες.
«Ποια σχολή έχει προοπτικές;», «Βρείτε μου σχολές με προοπτικές!», «Η τάδε σχολή μου αρέσει αλλά ο μπατζανάκης του θείου μου μας είπε ότι δεν έχει προοπτικές!», «Η Αφροξυλάνθη, η κόρη της κουμπάρας μας, μου σφύριξε κλέφτικα ότι η δείνα σχολή έχει προοπτικές!». Άκουγα για προοπτικές που υπάρχουν ή που δεν υπάρχουν κι ένιωθα έναν οξύ πόνο στα μηνίγγια. Ειδικοί και κυρίως ανειδίκευτοι εγκατάλειψαν πρόθυμα καθετί, για να καταπιαστούν αποκλειστικά με τον εντοπισμό προοπτικών σε σχέση πάντα με τις πανεπιστημιακές σχολές. Ακόμα και οι προοπτικές της χώρας μας, που πάει κατά διαβόλου, τέθηκαν σε δεύτερη μοίρα.
Οι… «προοπτικολόγοι», βέβαια, μπορούν να καταλάβουν από προοπτικές όσα και η μανόλια που φύτεψε πρόσφατα μια φίλη μου και πάει από το κακό στο χειρότερο (η καμέλια, όχι η φίλη)! Αυτοί, λοιπόν, αγνοούν κάτι απλό. Αγνοούν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά κι ότι οι εποχές που μπορούσε κανείς να αναζητά προοπτικές πανεπιστημιακών σχολών έχουν εξαφανιστεί μαζί με τα μαμούθ και το χιονάνθρωπο των Ιμαλαΐων. Οι παγκόσμιες συνθήκες έχουν ανατραπεί, γεγονός που περιγράφω αναλυτικά και με πολύ ωραίο τρόπο στο βιβλίο μου «Εγχειρίδιο Επιβίωσης», για το οποίο, όσο περνάει ο καιρός, γίνομαι και πιο περήφανος.
Λοιπόν, προ αμνημονεύτων χρόνων υπήρχαν σχολές με προοπτικές. Ήταν οι εποχές που ελάχιστοι σπούδαζαν. Οι περισσότεροι από άγνοια ή τεμπελιά έμεναν ξύλα απελέκητα. Τότε η σχολή (οποιαδήποτε σχολή) έδινε σε όσους την τελείωναν σημαντικές ευκαιρίες. Ο ανταγωνισμός ελάχιστος έως ανύπαρκτος. Από τη στιγμή που γεμίσαμε κάθε κουτσοχώρι με σχολές δίνοντας το δικαίωμα ακόμα και σε αγράμματους ανθρώπους (έτσι ακριβώς!) να σπουδάζουν, ανατράπηκαν τα πάντα και κυρίως ανατράπηκαν -μάλλον αφανίστηκαν- οι προοπτικές. Απορίες; […]
Εντάξει, κάτω τα χέρια. Παράδειγμα, ώστε και ο πιο ηλίθιος να αντιληφτεί τα δεδομένα. Η σχολή των Μηχανολόγων Μηχανικών είναι μια από τις πιο αξιόλογες και περιζήτητες σχολές. Σχολή με κύρος, με πλήθος σύγχρονων εναλλακτικών κατευθύνσεων και κυρίως με υψηλή βάση. Θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει ως σχολή με εκπληκτικές προοπτικές. Ναι αλλά αυτό δε σημαίνει πλέον τ ί π ο τ α (Διαβάστε ως μια λέξη. Τα αραιά γράμματα απλώς δίνουν έμφαση!). Γνωρίζω Μηχανολόγους που διαπρέπουν στη χώρα μας ή στο εξωτερικό σε αρκετούς κλάδους. Παράλληλα, όμως, γνωρίζω Μηχανολόγους που φυτοζωούν, ασχολούνται με παπαρούνες ή παραμένουν άνεργοι…
Αν ακόμα δεν καταλάβατε τι θέλω να πω, τότε ο εγκέφαλός σας έχει υποστεί ανήκεστον βλάβην και είστε χάλια. Εκείνο που προσπαθώ να πω (έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου και θέλει κούρεμα πια) είναι ότι πλέον δεν υπάρχει ούτε μία σχολή με προοπτικές. Δεν είναι τραγικό και με βεβαιότητα δεν εννοώ ότι ζούμε το «τέλος των προοπτικών». Οι προοπτικές, όμως, σήμερα έχουν μετακινηθεί και αναφέρονται όχι σε σχολές αλλά σε άτομα. Ό,τι και να σπουδάσει κάποιο παιδί σήμερα, όσες γλώσσες κι αν γνωρίζει, όση εξοικείωση με σύγχρονες τεχνολογίες κι αν διαθέτει, δεν πρόκειται να καταφέρει το παραμικρό, αν δε διαθέτει π ρ ο σ ω π ι κ ό τ η τ α (Διαβάστε ως μια λέξη. Τα αραιά γράμματα και πάλι για έμφαση!).
Το βαρετό, κλασικό πρόβλημα. Τι σημαίνει προσωπικότητα; Αυτό το έχω αναλύσει διεξοδικά και με πολύ ωραίο τρόπο στο άλλο βιβλίο μου «Μάθε, Παιδί μου, Γράμματα», για το οποίο επίσης, όσο περνάει ο καιρός, γίνομαι και πιο περήφανος! Τα γνωστά (όλο και περισσότερα) μαμούχαλα παιδιά θα αποτύχουν, θα κινηθούν στη μετριότητα και τη μιζέρια, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδα ακόμα κι αν τελειώσουν την καλύτερη σχολή του κόσμου. Αυτά το πολύ να επιδιώξουν την επιβίωση σαν σύγχρονοι Κούντα Κίντε! Από την άλλη, παιδιά που διαθέτουν αυτογνωσία, ονειρεύονται, γνωρίζουν την πραγματικότητα, παίζουν την εξέλιξη στα δάχτυλα σαν κομπολόι, αναζητούν, θέτουν στόχους και κυρίως -προσέξτε αυτό- αγωνίζονται με πάθος χωρίς χρονοτριβή, θα πετύχουν. Και θα πετύχουν όχι γιατί θα τελειώσουν μια σχολή με… προοπτικές αλλά γιατί πρόκειται για άτομα με… προοπτικές. Τα παιδιά αυτά (πόσο ελάχιστα!) ακόμα κι αν δεν καταφέρουν να φτάσουν στο φεγγάρι, θα βρεθούν ανάμεσα στα αστέρια φωτίζοντας λίγο παραπάνω το μίζερο κόσμο που έχουμε δημιουργήσει!

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

ΤΟ "ΣΠΙΤΙ"...

Του Ρούσου Βραννά

Το «σπίτι»...
... της λογικής σας είναι μπορντέλο. Καστοριάδης; Ίσως. Ξεχνάμε με τα χρόνια τα λόγια, ακόμη και των φίλων. Η Ιστορία, όμως, κάθε τόσο επιστρέφει αμείλικτα για να μας τα θυμίζει.

Σε ένα τέτοιο...
... «σπίτι» φαίνεται πως έχουν σπιτώσει τη λογική εκείνοι που διαφεντεύουν τις τύχες μας. Δυο-τρία χρόνια τώρα, από τότε που ξέσπασε η κρίση, προσπαθούν να μας την πουλήσουν ως «κοινή λογική». Όμως, μολονότι ως τέτοια θα την περίμενε κανείς εύκολη, με ορθάνοιχτα τα σκέλια, να δείχνει ανοχή σε κάθε είδους διαστροφές, δεν τους φτάνει αυτό. Την υποβάλλουν σε καθημερινούς αποτρόπαιους βιασμούς.
Έτσι την ίδια ώρα που όλα γύρω τους αρχίζουν πια να καταρρέουν, επιμένουν πεισματικά σε αυτά: ότι οι κυβερνήσεις που άφησαν τις χώρες τους να βουλιάξουν, είναι αυτές που θα τις βγάλουν από την κρίση. Ότι ένας που πνίγεται στα χρέη, μπορεί να σωθεί με ακόμη περισσότερα χρέη. Ότι μια οικονομία που γονάτισε από τους τραπεζίτες, μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της μονάχα χάρη στους τραπεζίτες. Ότι οι φτωχοί πρέπει να πληρώνουν το κόστος της κρίσης που δεν πληρώνουν οι πλούσιοι. Ότι όσο περισσότεροι άνθρωποι θα βγαίνουν στην ανεργία τόσο περισσότεροι θα βρίσκουν δουλειά. Ότι όσο λιγότερα θα είναι τα δημόσια νοσοκομεία τόσο φθηνότερη και καλύτερη θα είναι η υγεία. Ότι όσο λιγότερα θα είναι τα δημόσια σχολεία τόσο φθηνότερη και καλύτερη θα είναι η παιδεία. Ότι όσο θα φτωχαίνουν οι εργαζόμενοι τόσο θα πλουτίζει η οικονομία. Και ότι, παρά την έντονη λαϊκή δυσφορία, οι κυβερνώντες που κατέστρεψαν τις χώρες τους με όλα αυτά παραμένουν τόσο δημοφιλείς, που, ακόμη και αν συνοδεύονται πάντα από σωματοφύλακες, είναι μονάχα για να μη συντριβούν από την υπερβολική αγάπη του λαού τους.

«Τίποτα»,...
... λένε αυτοί οι κυβερνώντες. «Δεν παράγουμε τίποτα, άρα δεν αξίζουμε τίποτα. Και όταν μια χώρα δεν παράγει τίποτα, αξίζει να ξεπουληθεί». Σαν να μην είναι αυτός ένας ακόμη βιασμός κάθε λογικής. Η Πορτογαλία δεν αξίζει τίποτα. Η Ιρλανδία δεν αξίζει τίποτα. Οι αγορές τις υποβαθμίζουν σε «σκουπίδια». Και ωστόσο οι ίδιες αγορές σπεύδουν κι αγοράζουν εκεί όλα αυτά τα «τίποτα» σε τιμές ευκαιρίας. Αυτό δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί ποτέ, αν δεν είχε καμφθεί πρώτα ο λαός από τη λογική του «τίποτα»: ένας λαός-«τίποτα», που κατοικεί σε μια χώρα-«τίποτα». Αυτή ακριβώς η λογική, λέει ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, είναι η λογική της υποτέλειας. Επειδή όσο και αν είναι μια χώρα μικρή, όσο κι αν είναι η οικονομία της λιλιπούτεια, δεν παύει να είναι πάντα «κάτι», που συχνά κρύβει μέσα του αφάνταστες δυνατότητες προόδου και ανάπτυξης. Τα ίδια λόγια ακριβώς είπε και ο τούρκος πρώην υπουργός Οικονομικών Κεμάλ Ντερβίς.

Για να πειστεί ... να χάσει τα πάντα, πρέπει κανείς πρώτα να πιστέψει πως δεν έχει τίποτα.

tanea

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;

Του Γιώργου Καρελιά

«Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία, μεσούντος κάποιου Ιουλίου, βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό». Φοβάμαι τους ανθρώπους που, με καταλερωμένη τη φωλιά τους, πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου».
Μανώλης Αναγνωστάκης, Νοέμβριος 1983.

Στην εποχή της γενικευμένης «αγανάκτησης», πρέπει να θυμόμαστε τους ποιητές. Με πέντε αράδες λένε τα πάντα. Όπως τότε που ο ελληνικός λαός βγήκε στους δρόμους φωνάζοντας να του δώσουν τη χούντα. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, εφτά χρόνια «ησυχίας, τάξης, ασφάλειας και προόδου», που απολάμβαναν εκατομμύρια Έλληνες. Πλην λίγων εξαιρέσεων, δηλαδή μερικών χιλιάδων ανθρώπων στις φυλακές και στις εξορίες, η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία ζούσε τη ζωή της ήσυχα και απλά.
Όμως, όταν άλλαξαν τα πράγματα, εφτά εκατομμύρια Έλληνες μεταμορφώθηκαν σε αντιστασιακούς. Ακριβώς όπως το λέει ο ποιητής.
Από τότε πέρασαν 36 χρόνια ομαλού πολιτικού βίου. Οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Των δυο κομμάτων εξουσίας. Η κομματοκρατία εδραιώθηκε, η πελατειακή λογική κυριάρχησε. Εκατομμύρια Έλληνες την ψήφιζαν, την αποδέχτηκαν, την συντήρησαν. Το κράτος-πατερούλης φρόντιζε για όλους. Φυσικά, με δανεικά.
Για όλα αυτά ελάχιστοι μιλούσαν κατά καιρούς. Αλλά εις ώτα μη ακουόντων. Οι άρχοντες έκλεβαν, διόριζαν, έδιναν φουσκωμένους μισθούς, συντάξεις στα 40 και «αναπηρικές». Και οι πελάτες ψήφιζαν. Και απολάμβαναν, άλλοι πολλά κι άλλοι λιγότερα. Μια κοινωνία εκμαυλισμένη και «ανυποψίαστη». Πώς γίνονταν όλα αυτά; Ποιός τα πλήρωνε; Ας είναι καλά τα δάνεια και μια αισχρή μειοψηφία ειλικρινών φορολογουμένων, που δεν μπορούσε να κρύψει και να κλέψει.
Και τώρα; Τώρα ξαφνικά όλοι νιώθουν σαν απατημένοι σύζυγοι. Που έβλεπαν τα καλούδια που έφερνε ο (η) σύζυγος στο σπίτι, αλλά δεν ήξεραν τι έκανε τα βράδια.
Τώρα είναι μόδα να βρίζεις και να γιαουρτώνεις τους πολιτικούς, με τους οποίους είχες τακιμιάσει όλα αυτά τα χρόνια, πετυχαίνοντας καμια συνταξούλα, καμια θεσούλα, καμια επιχορηγησούλα.
Τώρα είναι η ώρα της «αγανάκτησης». Και της υποκρισίας. Άνθρωποι που έχουν, κατά τον ποιητή, καταλερωμένη τη φωλιά τους, πρωτοστατούν.
Αυτούς πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο.

(Απ’ όλα αυτά εξαιρούνται όσοι ποτέ, στα 36 χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν είχαν καμια συναλλαγή με τους πολιτικούς, δεν πήραν καμιά θέση, δεν διεκδίκησαν κανένα προνόμιο και πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω…).

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ...

Του Γιώργου Κουμεντάκη

Εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο, μόνο άσχημα νέα ακούμε από παντού. Εχει κορεστεί μέσα μας το αδιέξοδο, η μιζέρια, η θλίψη. Κι όσο κι αν είναι κατανοητό μέσα σ΄αυτή την ατμόσφαιρα, συνάμα μοιάζει άδικο που κάποιες φωτινές εξαιρέσεις δεν παίρνουν τη θέση που τους αξίζει. Μια τέτοια ελπιδοφόρα περίπτωση, τεράστιας πνευματικής και αναπτυξιακής επένδυσης είναι η αξιοποίηση του Φαληρικού Δέλτα, η οικοδόμηση της νέας Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, από το Ιδρυμα Νιάρχου.
Αν κρίνω από τα σχέδια του Ρέντσο Πιάνο και από την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το όλο θέμα, τολμώ να πω ότι βρισκόμαστε μπροστά σ΄ ένα κορυφαίο δημιούργημα, το οποίο υπερβαίνει ακόμα και τα πιό φιλόδοξα όνειρα κάποιων ονειροπόλων σαν κι εμένα. Εκεί, λοιπόν, στο χείλος της εθνικής μας καταστροφής και παρά θιν’ αλός, θα στεγαστούν με τον καλύτερο, θέλω να πιστεύω, τρόπο δύο εθνικά σύμβολα Πολιτισμού και Εκπαίδευσης.
Μπορεί, δυστυχώς, σήμερα οι συνθήκες να μην επιτρέπουν να κατανοήσουμε την σοβαρότητα αυτής της προσφοράς. Η οικονομική αφαίμαξη που όλοι μας βιώνουμε με τρόπο σκληρό και άδικο, ο αργός θάνατος από την ανεργία, η αβάσταχτη και συνεχώς επιδεινούμενη φτώχια των μεγαλουπόλεων ανά την επικράτεια, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια χαράς και ελπίδας. Γι αυτό ακριβώς, νομίζω, χρειάζεται μια μικρή αντίσταση ψυχικής ανάτασης και αισιοδοξίας που θα αντισταθμίσει την ξινίλα και το σηκωμένο φρύδι όλων αυτών που εύκολα απαξιώνουν ο,τιδήποτε μεγαλόπνοο και δημιουργικό γεννιέται σ’ αυτό τον τόπο.
Εκεί που όλα δείχνουν ότι βαδίζουμε προς το τέλος, μια νέα αρχή προσπερνά το μίζερο παρόν μας. Είναι αξιοπρόσεχτο ότι παράλληλα με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, στο Φάληρο η πολυπόθητη ανάπτυξη θα παίρνει σάρκα και οστά…

Πηγή

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ.

Του Γιάννη Γερμανού

Στέκεται στη μέση ενός δρόμου κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Ήρθε έτσι απλά ειρηνικά να διαδηλώσει την άρνησή του – ένας νέος σαν τόσους άλλους που συγκεντρώθηκαν μαζικά. Μέσα σε λίγα λεπτά πλακώνουν απ’ το πουθενά οι γνωστοί-πασίγνωστοι κουκουλοφόροι, εμφανίζονται και οι αστυνομικές δυνάμεις για να καταστείλουν, να κάνουν στη σκακιέρα των επεισοδίων την κίνηση… ΜΑΤ. Βρίσκεται ξάφνου εν μέσω διασταυρούμενων πυρών, το νέφος αποπνικτικό, κάνει στην αρχή να φύγει αλλά υπακούει σε μια παρόρμηση παράλογη και μένει εκεί· ακίνητος και ανήμπορος, σαν λαγός που τον χτυπούν μεμιάς οι προβολείς του κυνηγού. Αρχίζουν να τσούζουν τα μάτια, κόβεται κάπου κάπου η αναπνοή, αυτός όμως εκεί – ο νεανικός ρομαντισμός να μη λέει να καταπιεί πώς δε μπορεί να παραμείνει σε δημόσιο χώρο και να εκφραστεί ελεύθερα. Οι μικροεκρήξεις τον ταράζουν κατά διαστήματα, κάπου ακούγονται φωνές, «αλήτες» απ’ τη μια, «φασίστες» απ’ την άλλη, από αλλού λυγμοί· αυτός ασάλευτος, ώσπου αρχίζουν να υγραίνονται τα μάτια του – δεν πειράζει, θα καθαρίσει η ατμόσφαιρα, θα ηρεμήσουν τα πνεύματα, δε μπορεί… «Καλά, τρελός είσαι ρε φίλε; Τι κάθεσαι εδώ, δε βλέπεις τι γίνεται;» του φωνάζει ένας άντρας που περνά τρέχοντας δίπλα του κι έχει καλύψει με τη μπλούζα του τη μύτη και το στόμα, αλλά τότε μόλις αρχίζουν να τρέχουν τα δάκρυά του και δεν ξέρει ούτε ο ίδιος αν προκλήθηκαν από τα δακρυγόνα ή ήρθαν μόνα τους, αν πυροδοτήθηκαν χημικά ή… φυσικά. Ποια δακρυγόνα άλλωστε είναι αποτελεσματικότερα από την πλήρη απόγνωση και τη σπαρακτική του θλίψη; Μέσα στο πεδίο της μάχης του Συντάγματος αφήνει τα δάκρυα να αναβλύσουν, νιώθει όπως όταν έκλαψε καθισμένος σ’ ένα πάρκο κάποια νύχτα που έβρεχε πολύ (πότε ήταν αλήθεια;) και δεν ήταν βέβαιος αν τα μάγουλά του τα μούσκευαν οι στάλες της βροχής ή τα δικά του δάκρυα.
Σαν να τον πλησιάζουν δυο άτομα, μέσα στην ομίχλη πώς να ξεχωρίσει αν φορούν στολή ή όχι, άλλωστε τι διαφορά έχει αυτό, όταν στρέφονται όλοι εναντίον όλων, όταν ζωώδη ένστικτα αναλαμβάνουν πρόθυμα τα ηνία από τη λογική, όταν μια πραγματική ζούγκλα δε θυμίζει πια σε τίποτα την πρώην κεντρική πλατεία μιας σύγχρονης πόλης. Τι διαφορά έχει, αφού όλοι κάτι άλλο κρύβουμε κάτω απ’ την επιδερμίδα, την ανθρώπινη στολή μας. Ήταν ένα όμορφο πρωί όταν ξεκίνησε σήμερα απ’ το δυάρι του στον Νέο Κόσμο, είναι ένα εφιαλτικό απόγευμα τώρα που μεταφέρθηκε ήδη σε Άλλο Κόσμο. Στον πανικό και τη σύγχυση που επικρατούν, του έρχεται στο μυαλό (τι παράξενο) μια διαφήμιση ενός σαμπουάν που έβλεπε μικρός - «ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ… Κατάλληλο για μωρά και μικρά παιδιά». Ναι, αυτό να πετυχαίναμε μόνο, μια κοινωνία κατάλληλη, που δε θα φέρνει δάκρυα στα μάτια των νέων – μια χώρα να κάνει πράξη το σύνθημα «όχι πια δάκρυα» χρειαζόμαστε ρε γαμώτο, και πάνω στο συνειρμό αυτό σχεδόν του ξεφεύγει ένα χαμόγελο τόσο παράταιρο μέσα στο πολεμικό σκηνικό, ενώ οι δύο ακαθόριστες μορφές βρίσκονται ολοένα πιο κοντά. Θεωρούν άραγε ότι πρέπει να τον προστατεύσουν από την απειλή ή θεωρούν τον ίδιο απειλή, τι σημασία έχει τελικά, αφού είναι μόνος στη σκηνή σαν ήρωας σε αρχαία τραγωδία που τα βάζει, θνητός αυτός και μοιραίος, με τους παντοδύναμους θεούς. Πότε έρχεται η κάθαρση, πότε λύνεται το δράμα;
«Δε βλέπεις το ποτάμι του θρήνου γιατί του λείπει ένα σου δάκρυ» είχε γράψει ο Πόρτσια – έστω από δακρυγόνο, σκέφτεται, και τα μάτια του εξακολουθούν να βουρκώνουν.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

ΑΥΤΟΝΟΗΤΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ.

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Για να μη χαρακτηριστώ ούτε για προγονολατρεία ούτε και για εθνικισμό, πράγματα της μόδας, σπεύδω να δηλώσω ότι κάθε λαός είναι σοφός, δεν υπάρχουν λαοί λιγότερο ή περισσότερο πολιτισμένοι και πως κάθε κατασταλαγμένη σοφία όποιου λαού ή όποιου σοφού ανθρώπου είναι κτήμα της ανθρωπότητας. Έτσι σήμερα θα προσπαθήσω να θυμίσω στους πολλούς που πιθανόν δεν κατόρθωσαν να επικοινωνήσουν με έναν από τους πολυγραφότερους αρχαίους έλληνες συγγραφείς (που η Δύση περισσότερο από τους Έλληνες και τη σύγχρονη εκπαίδευσή τους αισθάνθηκαν την ανάγκη να μελετήσουν, με λαμπρή εξαίρεση τον Καβάφη και βέβαια τον Κοραή), τον Πλούταρχο, για να αντλήσουμε σήμερα, ημέρες κρίσεως όχι μόνο οικονομικής αλλά πολιτικής, κοινωνικής και κυρίως ηθικής, πολύτιμες και σοφές διαπιστώσεις, καρπούς εμπειρικής παρατήρησης και διαχρονικής δοκιμασίας, θεσμικής και ατομικής.
Σ' ένα από τα πλέον διαδεδομένα, τουλάχιστον παλαιότερα βιβλία του, ο Πλούταρχος, μετακλασικός συγγραφέας και ρωμαίος πολίτης, κατ' εξοχήν ερανιστής και εκλεκτικιστής, ανθολόγησε και συγκρότησε με τρόπο ευφυή και σκηνοθετημένο μια αναφορά στην παραδομένη εμπειρία των επτά σοφών της αρχαιότητας. Σπεύδω μάλιστα να σημειώσω πως στον σταθερό κατάλογο των επτά παγίως εμφανιζόταν ο σκύθης σοφός Ανάχαρσις, για να αποσείσω πάλι κάθε υπέρ των αρχαίων ημών προγόνων προτίμηση!
Ο Πλούταρχος λοιπόν σκηνοθετεί ένα συμπόσιο (κατά τα γνωστά λογοτεχνικά μορφώματα της αρχαιότητας με εξοχότερο δείγμα το Συμπόσιο του Πλάτωνος) που οργανώνει ο τύραννος Περίανδρος της Κορίνθου στο Λέχαιον.
Φυσικά και πρόκειται για φιλολογική σκηνοθεσία αφού παρότι οι επτά σοφοί ήταν περίπου σύγχρονοι με χρόνο αιχμής το 600 π.Χ. ποτέ τους πουθενά δεν συναντήθηκαν. Ο ερανιστής Πλούταρχος αφού συγκέντρωσε τις έως τα χρόνια του παραδόσεις, αποφθέγματα, ανέκδοτα και συμπεριφορές που διέσωσε η προφορική και η γραπτή παράδοση σκαρώνει ένα έξοχο σενάριο όπου ό,τι στο συμπόσιο εκείνο διαμείφθηκε μεταξύ τυρού και αχλαδίου τού φαινόταν διδακτικό και βιώσιμο.
Εκτός πάντως από τους γνωστούς επτά σοφούς μετείχαν και άλλοι σ' εκείνη τη συνάντηση (που δεν θα μας απασχολήσουν σήμερα) αλλά και ο παραμυθάς και ηθολόγος Αίσωπος, άλλος αυτός «βάρβαρος» αφού ήταν Φρύγας και μάλιστα δούλος εξ αιχμαλωσίας.
Η σημερινή μου αναφορά σε κείνο το συμπόσιο θα περιοριστεί σε δύο μόνο συζητητικούς πυρήνες. Στις απόψεις των σοφών για το τι είναι Δημοκρατία και το πώς ορίζεται ο άριστος οίκος. Η σχέση των δύο αυτών πυρήνων βρίσκεται στο γεγονός που αναφύεται στο κατά πόσον μπορεί να φτουρήσει μια δημοκρατία αν πρώτα δεν έχει εξασφαλιστεί η δημοκρατία στην οικογένεια.
Έτσι λοιπόν οι επτά σοφοί αποφαίνονται πρώτα περί του τι σημαίνει δημοκρατικό καθεστώς. Πρώτος μιλάει ο Σόλων και λέει: «Μου φαίνεται ότι εκείνη η Πόλις είναι ευδαίμων και εξασφαλίζει πάνω απ' όλα τη Δημοκρατία, όταν όσοι δεν αδικούνται καταγγέλλουν και τιμωρούν όσους αδίκησαν με τον ίδιο ζήλο που τους κατηγορούν όσοι αδικήθηκαν».
Δεύτερος ο Βίας είπε: «Αριστη Δημοκρατία είναι εκείνη, όπου όλοι φοβούνται τον Νόμο όσο τρέμουν και την Τυραννία».
Τρίτος ο Θαλής είπε: «Αριστη Δημοκρατία είναι εκείνη που δεν έχει ούτε πολύ πλούσιους πολίτες ούτε πολύ φτωχούς». Ο Ανάχαρσις δογμάτισε: «Αριστη Δημοκρατία είναι εκείνη που όλα κρίνονται με κριτήριο την ισότητα, έτσι η υπεροχή έχει κριτήριο την Αρετή και η υστέρηση την Κακία». Πέμπτος ο Κλεόβουλος είπε: «Τη σημαντικότερη σωφροσύνη διακρίνει εκείνο το δημοκρατικό καθεστώς, όπου οι πολιτικοί άνδρες φοβούνται περισσότερο την κριτική και τον ψόγο από τον Νόμο».
Έκτος ο Πιττακός είπε: «Η άριστη δημοκρατική πολιτεία είναι εκείνη όπου εμποδίζονται οι κακοί να κυβερνούν και οι καλοί να μην κυβερνούν».
Έβδομος ο Χίλων υποστήριξε: «Αριστο δημοκρατικό καθεστώς είναι εκείνο όπου οι πολίτες ακούνε και υπακούουν περισσότερο τους νόμους και λιγότερο τα λόγια των πολιτικών». Όταν ο Περίανδρος άκουσε τις επτά εκτιμήσεις είπε με περίσκεψη: «Αυτό που επαινείται ως Δημοκρατία είναι μια εξουσία, μια επικράτεια αρίστων πολιτών».

Όσον αφορά την κυβέρνα μέσα στο σπίτι οι σοφοί αποφάνθηκαν: Σόλων: «Αριστος οίκος είναι εκείνος όπου η περιουσία δεν αποκτιέται με αδικίες, ούτε κρύβεται με δυσπιστία ούτε όταν ξοδεύεται συσσωρεύει ενοχές». Βίας: «Ο νοικοκύρης μέσα στο σπίτι συμπεριφέρεται όπως στην αγορά που φοβάται τον Νόμο». Θαλής: «Σωστό σπίτι είναι εκείνο που ο νοικοκύρης κατορθώνει να έχει διαθέσιμο πολύν ελεύθερο χρόνο». Κλεόβουλος: «Καλό σπιτικό είναι εκείνο που ο αρχηγός της οικογένειας έχει περισσότερους που τον αγαπούν παρά αυτός που τον φοβούνται». Πιττακός: «Το σπίτι που δεν χρειάζεται τα περιττά και δεν στερείται τα αναγκαία πάει καλά». Ο Χίλων: «Το σπίτι πρέπει να μοιάζει πόλις που κυβερνιέται από βασιλιά» και πρόσθεσε πως ο Λυκούργος είπε σε κάποιον που τον συμβούλευε να ιδρύσει τη Δημοκρατία: «Εσύ πριν διοίκησε δημοκρατικά το σπίτι σου».

Αυτά με τους επτά σοφούς κι αν φαίνεται και είναι (;) αυτονόητα ας στοχαστούμε γιατί 2.600 χρόνια τώρα δεν τα εφαρμόσαμε και ματώνουμε κυριολεκτικά και θεωρητικά να τα ορίσουμε ξανά και ξανά και πάντα διαστρεβλωμένα.

Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ.

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Τη βία δεν την γέννησε η οικονομική κρίση. Η βία κυκλοφορεί ανάμεσά μας δεκαετίες τώρα σε όχι απαραιτήτως λανθάνουσα μορφή. Είναι προϊόν των προτύπων που έφτιαξε η ελληνική κοινωνία, είναι προϊόν του κατακερματισμού της, είναι προϊόν της παιδείας μας.
Όταν η παιδεία δεν σε μαθαίνει να διαμορφώνεις τις απόψεις σου συνθέτοντας αντικρουόμενες αλήθειες και να τις υποστηρίζεις επιχειρηματολογώντας, η κραυγή, η βρισιά και η χειροδικία έρχονται να αναπληρώσουν την ανεπάρκειά σου.
Η παπαγαλία δεν υπονομεύει μόνον τη φαιά ουσία των θυμάτων της. Υπονομεύει και την ίδια τη δημοκρατία επιβάλλοντας μια κακοφωνία απόψεων τις οποίες υποστηρίζει ο καθένας ασκώντας τη βία του ζηλωτή. Είναι θεοκρατία που έχει χάσει τον θεό της.
Η κοινωνία μας είναι ένα μωσαϊκό διαφόρων κλάδων. Αυτό που λέμε «δημόσια ζωή» και κατ' επέκταση «δημόσιος χώρος» δεν είναι τίποτε άλλο από το σημείο όπου συναντιούνται οι «συμπαθείς» κατά την πολιτικάντικη ορολογία κλάδοι για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους δικαιώματα και να διεκδικήσουν άλλα υποψήφια κεκτημένα. Με δυο λόγια η κοινωνία αυτή έχει προ πολλού χάσει τον κοινό της λόγο, τον ελάχιστο παρονομαστή της. Οι παρ' ημίν ζηλωτές πιστεύουν μόνον στον θεό του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Τη βία τη νομιμοποιεί η κοινή αποδοχή της ασυλίας, πάνω στην οποία στηρίχτηκαν τα πρότυπα της επιτυχίας μας. Βία ασκεί ο ιδιοκτήτης του 4Χ4 που το παρκάρει στο πεζοδρόμιο γνωρίζοντας πως έχει ουσιαστική ασυλία. Βία ασκεί και ο κουκουλοφόρος που έχει την ασυλία της ανωνυμίας του, βία και ο ματατζής που ρίχνει χημικά ενώ θα έπρεπε να τον συλλάβει. Η βουλευτική ασυλία σήμερα μας φαίνεται σκανδαλώδης. Πριν από πέντε χρόνια όμως ήταν το εργαλείο της ασυλίας όσων τώρα την προπηλακίζουν. Οι συνθήκες της ανομίας που όλοι μαζί ανεχθήκαμε είναι το ιδανικό σκηνικό για το θέατρο της βίας.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την οικονομική απαξίωση, αν προσθέσουμε και την ηθική απαξίωση μιας και οι μισοί θεωρούν τους άλλους μισούς απατεώνες και φοροφυγάδες και οι άλλοι μισοί τους υπόλοιπους μισούς ηλίθιους και ανίκανους, ε, τότε ο εκχυδαϊσμός της βίας μοιάζει με φυσικό φαινόμενο. Πριν μας απαξιώσουν οι οίκοι αξιολόγησης έχουμε εμείς απαξιώσει εαυτούς.
Η καταδίκη της βίας, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι υποκριτική: «καταδικάζουμε τη βία αλλά αντιλαμβανόμαστε την αγανάκτησή τους».
Κοινώς αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη του καθενός από μας να βγάλει το άχτι του εναντίον όλων των άλλων. Κάποτε η Αριστερά πρότεινε διεξόδους. Σήμερα υπάρχει για να υπενθυμίζει τα συλλογικά μας αδιέξοδα.
Εκτός κι αν αυτό που ψάχνουμε ως κοινωνία είναι να βγάλουμε το άχτι μας. Σ' αυτήν την περίπτωση και η δημιουργία της επιτροπής είναι μια «ευγενής» πρωτοβουλία απέναντι στον εκχυδαϊσμό της βίας ως επίσης και η προσφορά ανθέων εκ μέρους των βουλευτών σε όσους τους προπηλακίζουν
 

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ.

Το 1986, ο Κώστας Μητρόπουλος είχε παρουσιάσει ένα ημερολόγιο, για την εταιρία Pirelli. Η εταιρία τότε ακόμα, δεν τα είχε μαζέψει για να μετακομίσει στην Τουρκία. (Όπως πάρα πολλοί γηγενείς βιομήχανοι την έχουν κάνει για τις γειτονικές πρώην σοσιαλιστικές χώρες). Πόσα χρόνια έχουν περάσει... Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει... Η Αριστερά, έγινε πληθυντικός, η Δεξιά επίσης, και το ΠαΣοΚ, μετακινήθηκε όλο προς τα δεξιά... Κατά τ΄άλλα η γελοιογραφία ισχύει. Όπως και η κατάσταση της οικονομίας...


Στυξ

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ SPECIAL OLYMPICS

Του Βαγγέλη Γεωργίου

Συνήθως παίρνω το τρόλεϊ 10 για να επιστρέψω στο σπίτι μου. Πολλές φορές η ώρα είναι περασμένες 12 το βράδυ. Πρόσφατα, τέλη Ιουνίου, όταν το 10 έφτανε στο ύψος του Παναθηναϊκού Σταδίου άκουγα τους ήχους μετάλλων, κάπου κάπου φαίνονταν οι λάμψεις από ηλεκτροσυγκολλήσεις, πανύψηλοι γερανοί στήνονταν ενώ τεράστιοι προβολείς «έσκιζαν» δοκιμαστικά τον κατάμαυρο ουρανό σα να επίκειται εναέριος βομβαρδισμός. Ένας πυρετός από προετοιμασίες για το «μεγάλο» γεγονός..Special Olympics.
Από εκείνες τις πρώτες μέρες μέχρι και πρόσφατα το ραδιόφωνο και η τηλεόραση μονοπωλούνταν από τους αθλητές των συγκεκριμένων αγώνων: «με λένε Τάδε, δεν με ξέρετε, δεν σας ξέρω αλλά θέλω να ρθείτε να με χειροκροτήσετε κτλ κτλ..». Εγώ προσωπικά δεν πήγα. Πήγαν όμως φίλοι μου όπως και χιλιάδες συμπολίτες, τους χειροκροτήσανε και φυσικά τους λυπηθήκανε. Η συνταγή ήταν εύκολη καθώς πέρασε στον κόσμο η αντίληψη ότι πρόκειται για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες. Μόνο που σε αυτούς το άθλημα είναι αυτό που προσαρμόζει και γαλουχεί τον αθλητή και όχι ο αθλητής το άθλημα. Στους Παραολυμπιακούς υπάρχει άμιλλα και αγωνιστικό πνεύμα με ανάλογη επιβράβευση, στους Special Olympics «ε, ας τα βραβεύσουμε όλα τα παιδιά». Αυτό δυστυχώς θέλανε κάποιες κυρίες και κύριοι της διοργάνωσης: να λυπηθούμε τους «καημένους» ανθρώπους και να τους δώσουμε λίγη σημασία. Μια σημασία που κόστισε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Τώρα λοιπόν που λήξανε οι special αυτοί αγώνες, οι άνθρωποι με νοητική αναπηρία θα επιστρέψουν είτε στις οικογένειές τους είτε στα ιδρύματα τους. Αυτά τα ιδρύματα όμως, υπόψη, ότι δεν χαρακτηρίζονται από θορύβους μετάλλων, κατασκευών και επισκευών όπως συνέβη ευλαβικά στο Καλλιμάρμαρο. Εδώ τα πράγματα είναι «απλά», τόσο «απλά» που η απλή εγκατάσταση καλοριφέρ(20.000 €) στο Ειδικό Σχολείο στη Φθιώτιδα είναι αδύνατη λόγω έλλειψης χρημάτων. Στα ιδρύματα δεν υπάρχουν ευαίσθητοι θεατές που πραγματικά επιδοκιμάζουν τους «αθλητές». Εδώ τα πράγματα είναι πιο αφανή, πιο σκοτεινά με υπαλλήλους πολλές φορές ακατάλληλους. Τον περασμένο Μάρτιο το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών μέτρησε δύο θανάτους νέων ηλικιακά τροφίμων μέσα σε 48 ώρες. Ενώ στα Special Olympics οι φιλάνθρωποι διοργανωτές προσφέρουν «κίνητρα» υπό την επίφαση της αθλητικής γιορτής στο εν λόγω ΚΕΠΕΠ οι τρόφιμοι, ντυμένοι με ολόσωμες γκρίζες φόρμες, περιφέρονται στην κοινόχρηστη αίθουσα του ισογείου, χωρίς ερεθίσματα, χωρίς καθίσματα, με μία φθαρμένη μοκέτα. Στο Καλλιμάρμαρο, για δέκα μέρες, στήσανε ράμπες πρόσβασης και μετακίνησης, με τους εθελοντές να συνοδεύουν τους «αθλητές», τη στιγμή που οι τυφλοί μας, καθημερινά, σκοντάφτουν πάνω στα καρτοτηλέφωνα που είναι τοποθετημένα στα πεζοδρόμια.
Μπορώ να αποδεχτώ τους Special Olympics μόνο σαν ένα δεκαήμερο και φανταχτερό συγνώμη των «ευαίσθητων» και έξυπνων φιλάνθρωπων προς τους νοητικά ανάπηρους και ευεργετούμενους. Αλήθεια, θεωρούμε ότι η συμπυκνωμένη, χρονικά, γιορτή των Special Olympics μπορεί να αντισταθμίσει την χρόνια εγκληματική αδιαφορία της πολιτείας, των πολιτών και των διοργανωτών προς τους ανθρώπους αυτούς;

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ;

Του Πέτρου Μαρκάκη

Από εκείνη την Τετάρτη, όταν ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο στη Βουλή και όλοι παρακολουθούσαμε, άφωνοι και ανήμποροι, την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας, ένα ερώτημα βασανίζει το μυαλό μου: πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο;
Καταρχήν επιβάλλεται να κάνω δυο διευκρινίσεις: πρώτον, το ερώτημα δεν περιορίζεται στα γεγονότα της Τετάρτης. Και δεύτερον, το ερώτημα δε θέτει υπό αμφισβήτηση την προθυμία του κάθε Ελληνα να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη μπροστά σε οποιοδήποτε έξωθεν κίνδυνο.
Συνεπώς, το ερώτημα επικεντρώνεται στο πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν συμβιώνουμε μέσα στην επικράτεια του, με τις δομές και τους θεσμούς του, δηλαδή στο βαθμό που τον αντιλαμβανόμαστε ως το κοινό μας σπίτι.
Πόσο αγαπάμε, λοιπόν, αυτό τον τόπο, όταν οι πολιτικοί μας σκορπούσαν για δεκαετίες ολόκληρες αλόγιστα τις πιστώσεις που μας έδινε η ΕΕ, για να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να εισπράτουν πρώτα ζητωκραυγές και μετά ψήφους;
Πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο, όταν πάλι οι πολιτικοί μας φόρτωναν αυτόν και τις πλάτες μας με τεράστια δανεικά, για να συντηρούν ένα καταστροφικό πελατειακό κράτος, και μας κοίμιζαν, λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι θωρακισμένη»;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι από εμάς γέμισε τις τσέπες του με τους πόρους που του ανήκαν, και αδιαφορώντας για την κατάρρευση του;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι των πολιτών του έχει αυξήσει την περιουσία του με τη συστηματική φοροδιαφυγή, συνεπικουρούμενο από ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έκανε ό,τι μπορούσε για να την ενισχύσει; Και όταν αυτό το κομμάτι κάνει τώρα ό,τι μπορεί για να συμβάλλει στα κέρδη των τραπεζών του εξωτερικού, μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος των ρευστών περιουσιακών του στοιχείων έξω από τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν εφοριακοί που τοποθετήθηκαν, για να μεριμνήσουν για την είσπραξη εσόδων του κράτους, διαγράφουν συστηματικά ένα μεγάλο κομμάτι των εσόδων αυτών, αρκεί ένα ποσοστό τους να βρει το δρόμο για τις τσέπες τους;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν του στερούμε τις επενδύσεις που έχει ανάγκη σαν μάννα εξ ουρανού, με απαιτήσεις συγκέντρωσης πακτωλού εγγράφων, τα οποία μοναδικό σκοπό έχουν το «γρηγορόσημο», που θα εισπράξουν υπάλληλοι του Δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν νοσοκομειακοί γιατροί έχουν αναγάγει το fakellaki σε διεθνή ορολογία διαφθοράς, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία των ασθενών, και εξαπατώντας τους φορολογούμενους που τους πληρώνουν, ενώ εισπράττουν ταυτόχρονα, μαύρο, αφορολόγητο, χρήμα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν από το 2008 και μετά σπάμε και ρημάζουμε συστηματικά το κέντρο της πρωτεύουσας του, παραλύουμε τον εμπορικό πνεύμονά της και, μάλιστα, σε συνθήκες πτώχευσης, όταν ακόμα και η ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα αποτελεί τονωτική ένεση για τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν η αστυνομία, που είναι επιφορτισμένη να διασφαλίζει την τάξη, παίζει εδώ και χρόνια πετροπόλεμο με μια χούφτα μπαχαλάκηδες, και δε θέλει ή δεν μπορεί να τους συλλάβει, ενώ συχνά εκτονώνεται με επιθέσεις ενάντια σε πολίτες, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη βία;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν καταστρέφουμε το μοναδικό σχεδόν έσοδό του, τον τουρισμό, είτε επειδή μετατρέπουμε την πρωτεύουσα σε πεδίο μάχης, είτε επειδή βάζουμε το στενό κλαδικό συμφέρον πάνω από το γενικό και άλλοτε εμποδίζουμε τα κρουαζιερόπλοια να αποβιβάσουν τους τουρίστες, άλλοτε πάλι εμποδίζουμε τα πλοία της γραμμής να αποπλεύσουν;

Το ερώτημα «πόσο αγαπάμε τον τόπο» δεν παραπέμπει ούτε στην πατριδολατρεία, ούτε σε «ακραιφνή εθνικά φρονήματα», όπως τα λέγαμε παλιά.

Είναι ένα ερώτημα που ζητάει άμεση απάντηση.
Γιατί, αν τον αγαπάμε, τότε θα πρέπει επειγόντως να ξανασκεφτούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντί του.
Αν, πάλι, δεν τον αγαπάμε, τότε ας μην περιμένουμε, τουλάχιστον, ότι οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί και τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ θα τον αγαπήσουν περισσότερο από εμάς.
Εκτός κι αν μας διακατέχει η κουτοπόνηρη σκέψη: «Εντάξει, δεν τον αγαπάνε, αλλά δεν τους παίρνει να μη μας βοηθήσουν.»
Η σκέψη αυτή δεν εκφράζει μόνο έναν ακραίο κυνισμό, αλλά και ένα απροκάλυπτο μίσος για τον τόπο.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ «ΝΤΟΥΝΤΟΥΚΑΣ» ΤΑΙΖΕΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ.

Του Τάσου Παππά

Η έκπληξη για τη διάχυση της βίας δεν είναι δικαιολογημένη, ειδικότερα όταν εκφράζεται από συλλογικότητες και πρόσωπα που συστηματικώς επιδίδονται στη λεκτική βία. Η ρητορική οξύτητα και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων που επικρατούν στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση καλλιεργούν το έδαφος για τα φαινόμενα βίας στους δρόμους.
Το κλίμα που υπάρχει στην πολιτική σκηνή παραπέμπει σε εμφυλιοπολεμικές περιόδους, τότε που ο στόχος δεν ήταν η αντίκρουση της πολιτικής θέσης του άλλου, η εξουδετέρωση της δυναμικής του μηνύματός του με την κατάθεση επιχειρημάτων, αλλά η δυσφήμησή του, η δαιμονοποίησή του και, τελικώς, ο εξοστρακισμός του από τη δημόσια σφαίρα με την ένταξή του στην κατηγορία των εχθρών του έθνους ή του λαού.
Μία φράση του Τρότσκι για τον Στάλιν την εποχή της μεγάλης ρήξης στο κόμμα των Μπολσεβίκων αποδίδει με ακρίβεια την κατάσταση: «δεν σημαδεύει τις ιδέες του αντιπάλου, σημαδεύει το σβέρκο του».
Όταν, για παράδειγμα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλος αποκαλεί τα στελέχη ενός κόμματος «ντιντήδες των βορείων προαστίων», ή προκαλεί με τις δηλώσεις του πολίτες αυτής της χώρας [«κοπρίτες», «μαζί τα φάγαμε»], ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για να ξεμυτίσει ένας ισοδύναμα εμπρηστικός λόγος που, αναγκαστικά, θα κινηθεί στο ίδιο ισοπεδωτικό και απαξιωτικό ύφος.
Όταν παράγοντες κόμματος, διανοούμενοι και δημοσιολόγοι μιλούν για «κυβέρνηση προδοτών», «Κουίσλιγκ» «κοινοβουλευτική χούντα» και χαρακτηρίζουν τον πρωθυπουργό «Τσολάκογλου», δεν μπορούν μετά να εμφανίζονται ενοχλημένοι επειδή στην πλατεία Συντάγματος φιγουράρει σε περίοπτη θέση το πανό με το ανιστόρητο και άθλιο σύνθημα ότι «η Χούντα δεν έπεσε το 1973».
Όταν νομίζεις ότι έχεις το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδεις πιστοποιητικά πατριωτισμού, αγωνιστικότητας και αριστεροσύνης , δεν μπορείς στη συνέχεια να οργίζεσαι που κάποιοι άλλοι με την ίδια απύθμενη ελαφρότητα σε τοποθετούν στην κατηγορία των εθνικιστών, των εξτρεμιστών, των μισθοφόρων του κενού και σε συνδέουν με τις ομάδες που οργανώνουν βανδαλισμούς, επιδρομικές επιχειρήσεις και υπηρετούν τις ιδεολογίες του νιχιλισμού και της καταστροφής.
Η λογική του μηδενικού αθροίσματος που επικυριαρχεί σ’ ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος και σ’ ορισμένους εξ αυτών που εκφέρουν δημόσιο λόγο από κεντρικούς διαύλους ενημέρωσης, είναι επικίνδυνη γιατί κλείνει όλες τις διόδους επικοινωνίας. Αν ο διάλογος και ο συμβιβασμός θεωρούνται εκ προοιμίου προδοτικές πράξεις, αν είναι δεσπόζον και περίκλειστο το σχήμα «εχθρός -φίλος», απομένει μόνον ο δρόμος της σύγκρουσης.
Δυστυχώς, νερό σ’ αυτό το μύλο του μίσους, της νοσηρότητας και των προκαταλήψεων ρίχνει και η «δημοσιογραφία της ντουντούκας». Έχει κανείς την αίσθηση ότι η σφαιρική ενημέρωση, ο ψύχραιμος σχολιασμός και η τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από τα διαδραματιζόμενα [προϋποθέσεις απαραίτητες για την ανιδιοτελή άσκηση του επαγγέλματος], έχουν υποκατασταθεί από το λίβελο, την ιαβέρεια στάση, τη στρατευμένη [σε παρατάξεις και συμφέροντα] ανάλυση, την πομπώδη καταγγελία, τις κραυγές.
Το σκηνικό συμπληρώνουν οι δίκες προθέσεων. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα όπου οι δημοσιογράφοι ξεκατινιάζονται, υβρίζοντας ο ένας τον άλλο, σε τέτοιο βαθμό στα ηλεκτρονικά, έντυπα και διαδικτυακά μέσα. Είτε θα είσαι φερέφωνο της διαπλοκής, είτε βαποράκι του συστήματος, είτε οργανικός διανοούμενος της πλουτοκρατίας, είτε τσιράκι της εργοδοσίας, είτε αριστοτέχνης της μνησικακίας, είτε νοσταλγός ολοκληρωτικών καθεστώτων, είτε προστάτης της ένοπλης ανυπακοής, είτε υπονομευτής του κοινοβουλευτισμού. Προφανώς, ξεχνούμε ότι οι λέξεις είναι όπλα. Ενίοτε, φονικότερα από τα πραγματικά.

ΓΑΖΑ: Η ΔΙΠΛΗ ΝΤΡΟΠΗ.

Του Ριχάρδου Σωμερίτη

Μια δημοκρατική κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Με την υπογραφή του «θαλασσοδαρμένου» κ. Παπουτσή, η κυβέρνηση απαγόρευσε τον απόπλου από όλα τα ελληνικά λιμάνια κάθε πλοίου που θα μετείχε στον «στολίσκο ελευθερίας» με προορισμό τη Γάζα. Προσθέτοντας μάλιστα ότι θα παρακολουθούσε με τα μέσα που διαθέτει κάθε ύποπτη κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο! Δεν μας εξήγησε όμως το γιατί της διπλής αυτής απόφασης. Προφανώς έκρινε ότι αρκούσε για την ενημέρωσή μας το «αποφασίζουμε και διατάσσουμε». Κυρίως όταν ισχύει πάραυτα. Και η αιφνίδια «ιδέα» μεταφοράς βοήθειας από τον ΟΗΕ δεν είναι παρά θλιβερό επικοινωνιακό μπάλωμα.
Διαφωνώ με την αυταρχική απαγόρευση και επιμένω ότι για μια τόσο σοβαρή απόφαση ίσως και εν όπλοις συνεργασίας με το Ισραήλ, που οδηγεί στην καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, επιβάλλονται εξηγήσεις. Η Γάζα είναι ένα μεγάλο γκέτο ή αν προτιμάτε ένα «αυτοδιοικούμενο» στρατόπεδο συγκέντρωσης. Την θέλησε έτσι το Ισραήλ του Σαρόν ενώ οι διάδοχοί του απαντούν με βομβαρδισμούς σε κάθε (αναγκαστικά περιορισμένης έκτασης) απόπειρα αντίστασης της εξτρεμιστικής οργάνωσης Χαμάς που όμως κυριαρχεί εκεί μετά από εκλογές.
Πρόσφατα οι παλαιστινιακές ηγεσίες κατάφεραν επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό το Ισραήλ απειλεί να διακόψει κάθε διαπραγμάτευση με την αναγνωρισμένη διεθνώς, επίσημα ή ημιεπίσημα, κυβέρνηση της Ραμάλα. Ούτως ή άλλως το Ισραήλ συνεχίζει να χτίζει αποικίες στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και όλοι καταλαβαίνουν ότι αν δεν τις διαλύσει και αν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις για βελτιώσεις, δεν επανέλθουν οι ισραηλινοί στα μόνα σύνορα που τους αναγνωρίζονται δεν θα υπάρξει ποτέ λύση του παλαιστινιακού ό,τι κι αν λένε ο ΟΗΕ, οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, όλοι. Και τι θα έλεγε η «διεθνής κοινότητα» αν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφάσιζε ότι δεν δέχεται καμιά συζήτηση με τη σημερινή ακροδεξιά κυβέρνηση του Τελ Αβίβ των κ. Νετανιάχου και Λίμπερμαν;
Με αυτή την ακροδεξιά κυβέρνηση η δική μας αποφάσισε να συμμαχήσει. Η συμμαχία αυτή, με την υπόθεση του στολίσκου, προσέλαβε μια ακόμα μεγαλύτερη διάσταση. Λένε πολλά (αντισημιτικά αν αναλυθούν) για τη βοήθεια που υποτίθεται μας χαρίζει το Ισραήλ διαμέσου του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που ελέγχει. Μας προσφέρουν, λένε, και τζάμπα ενεργειακό μέλλον. Για κάποτε…
Αν έχουμε φτάσει ως εκεί, απλά, ντροπή μας. Πρώτον για την απλοϊκότητα της πολιτικής μας. Και δεύτερον για την ιστορική «κωλοτούμπα». Αλλά ντροπή μας επίσης διότι όλα αυτά έγιναν χωρίς δημόσια εξήγηση από μέρους της κυβέρνησης. Μήτε καν για την απόφαση σχετικά όχι με κάποιους όρους ειρηνικής συμπεριφοράς των εθελοντών αλλά με την απαγόρευση απόπλου σε ελεύθερους πολίτες δικούς μας και ξένους που θέλουν να εκφράσουν την ανθρώπινη και όχι αναγκαστικά ιδεολογική αλληλεγγύη τους με τους διπλά αιχμάλωτους της Γάζας: τους αιχμάλωτους των Ισραηλινών αλλά και των φανατικών της Χαμάς.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΧΡΕΙΑΣΤΟΙ ΑΓΙΟΙ.

του Παντελη Μπουκαλα

Από παλιά έχω τη μανία να μαζεύω -ακόμα κι από την άσφαλτο, τσαλαπατημένες- προκηρύξεις κομμάτων, συνδικάτων, οργανώσεων, συλλόγων ή και ατόμων, με την ανυπόστατη ελπίδα ότι θα μου δοθούν ο καιρός και η μέθοδος να αναζητήσω τα στερεότυπα του προκηρυκτικού πολιτικού λόγου. Με τη δική τους μανία όμως οι συγγραφείς και διακινητές προκηρύξεων να μην αναγράφουν ημερομηνία στο εκάστοτε κείμενό τους που επιχειρεί να διαφωτίσει τον λαό, δυσχεραίνουν, αν δεν καθιστούν αδύνατη, ακόμα και τη χρονολογική κατάταξή τους. Εσκεμμένη μού φαίνεται ώρες ώρες η παράλειψη αυτή, ένα τέχνασμα. Γιατί αν μπορούσες να βάλεις σε χρονική σειρά τις προκηρύξεις, θα διαπίστωνες πως είχες δίκιο να υποθέτεις ότι το κόπι-πέιστ άρχισε να λειτουργεί πριν εισαχθούν στην αγορά οι υπολογιστές με τις ευκολίες τους: Από τη μια Πρωτομαγιά την άλλη, από το ένα Πολυτεχνείο στο άλλο, από τη μια πανελλαδική απεργία στην επόμενη, ελάχιστα πράγματα διαφοροποιούνται, όχι μόνο στα συνθήματα, αλλά και στις σχοινοτενείς αναλύσεις ή εκθέσεις ιδεών που παρατίθενται πριν δοθούν, δίκην ηθικού διδάγματος, τα συνθήματα με μεγάλα γράμματα. Ο,τι συμβαίνει στον επίσημο πολιτικό ή πολιτικοφανή λόγο, της Βουλής και των διαγγελμάτων, όπου οι λογογράφοι έχουν προ πολλού παραιτηθεί από την υποχρέωση της δεύτερης σκέψης και της ανανέωσης, συμβαίνει και στον διαμαρτυρόμενο λόγο των προκηρύξεων: κόπωση και αυτοαναπαραγωγή. Κι ίσως γι' αυτό λείπουν οι ημερομηνίες. Αλλά άχρονα κείμενα δεν είναι καλά και σώνει διαχρονικής αξίας· το ίδιο πιθανό είναι να μείνουν εκτός Ιστορίας, ανείσπρακτα, πολιτικώς αμετάφραστα και αδρανή.
Ένα από τα βράδια λοιπόν της πλατείας Συντάγματος, την οποία πολλοί εμίσησαν, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι (ο καθένας τους για να μη χάσει το μικρό ή μεγάλο μονοπώλιό του, της «ευθύνης» ή της «αντίστασης»), απλώνω το χέρι και παίρνω μια προκήρυξη με τον μεγαλογράμματο τίτλο «Ντροπή Ελληνες». Μακρυγιάννης - στον οικείο του χώρο θα έλεγε κανείς. Στην πίσω σελίδα, κι ύστερα από μια κάποια «εξήγηση» για το κακό που μας βρήκε (οι μετανάστες, ο ευδαιμονισμός, οι ομοφυλόφιλοι, περιέργως μόνο οι Εβραίοι και οι μασόνοι λείπουν), οι υπογράφοντες Αγανακτισμένοι Ορθόδοξοι προτρέπουν τον δήμο, σαν ποίμνιο πια, να αφιερωθεί σε μετάνοιες και προσευχές, ειδάλλως τον περιμένει διπλή κόλαση, επί γης και μετά θάνατον. Πήγα να πιάσω κουβέντα με τον άνθρωπο που μοίραζε τις προκηρύξεις, «μάλλον δεν θα 'λεγε τέτοια πράματα ο Μακρυγιάννης», λέω, «μα τι λέτε, κύριε, έχετε διαβάσει τα «Οράματα και θάματα»;», ήρθαν τελικά και οι απαραίτητοι Εβραίοι και μασόνοι, φως φανάρι, η «ανταλλαγή απόψεων» δεν έβγαζε πουθενά. Ο καλός άνθρωπος, συνεχίζοντας ενστικτωδώς μια μακρά παράδοση, έχει κόψει τον Μακρυγιάννη στα δύο, έχει κρατήσει το ένα μισό, τον άγιο με τα «Οράματα και θάματα», κι έχει κρύψει στο συρτάρι, σαν ανεπιθύμητο, το άλλο μισό, τον στρατηγό δηλαδή με τα «Απομνημονεύματά» του, αλλά κι αυτόν «καθαρισμένο», απομακρυγιαννισμένο. Το ξαναλέω. Δεν πρωτοτυπεί. Ήδη ο Μακρυγιάννης στο μυαλό πολλών, και στη δημόσια χρήση του ονόματός του, είναι ένα σχήμα σχεδόν κενό, ένα φάντασμα, ένας άγιος. Κάτι έχουμε ακουστά, κάτι ψιλοδιαβάσαμε κάποτε, ε, αρκούν αυτά για να τον αναφέρουμε ως υπόδειγμα. Κορφολογούμε κι από τις σελίδες του (ή μάλλον από τις σελίδες άλλων που μιλούν γι' αυτόν μ' έναν προκάτ θαυμασμό που αδιαφορεί για την κειμενική πραγματικότητα) ό,τι μας εξυπηρετεί και πορευόμαστε.
Δεν συμβαίνει μόνο με τον Ρουμελιώτη στρατηγό αυτό. Και με τον Σολωμό τα ίδια και με τον Ρήγα, και με τους αρχαίους και, για να έρθουμε πιο κοντά στα χρόνια μας, με τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Σεφέρη... Έτσι, την ίδια ακριβώς στιγμή που τιμάμε τον Μακρυγιάννη σαν αποϊστορικοποιημένο άγιο, απαγορεύοντάς του στην ουσία να μας δείξει και να μας διδάξει οτιδήποτε, μέσα στο μυαλό μας κυκλοφορεί σαν άδειο σχήμα επίσης, σαν φάντασμα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σαν άγιος κι αυτός. Και δεν μπαίνουμε στη σκέψη (ίσως επειδή δεν μας έμαθαν στο σχολείο να μπαίνουμε σε τέτοιες αιρετικές, αν όχι αντεθνικές σκέψεις) ότι οι δύο συγκεκριμένοι «άγιοι» δεν χωρούν στο ίδιο εικονοστάσι, αφού όσο συναγωνιστές υπήρξαν, άλλο τόσο συγκρούστηκαν· δεν μπαίνουμε δηλαδή στη σκέψη ότι, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι από την Ιστορία, είναι ότι το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να τους κατεβάσουμε από το εθνικό εικονοστάσι, από το ύψος της τεχνητής αγιοσύνης, και να τους τιμήσουμε σαν ανθρώπους, τρανούς, ήρωες, αλλά με όλα τα γνωρίσματα των ανθρώπων, καλά και κακά, και μάλιστα όσων βρίσκονται σε πόλεμο, απελευθερωτικό ή εμφύλιο. Ως αποτελεσματικά παραδείγματα άλλωστε μόνο οι άνθρωποι μπορούν να λειτουργήσουν, όχι οι άγιοι με την απρόσιτη αίγλη τους.
Λέει, ας πούμε, ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του: «Νόμους γυρεύει και σύστημα να πάγει η πατρίς ομπρός. Ο Κολοκοτρώνης όμως κι ο Μεταξάς κι οι άλλοι οι τοιούτοι καθημερινούς εφύλιους πολέμους θέλουν και φατρίες· αυτοί τους γέννησαν κι από αυτούς προχώρεσαν κι οι Αράπηδες». Κι αλλού: «Ο Κολοκοτρώνης και οι συντρόφοι του, οδηγημένοι από τον Καποδίστρια διά να μείνουν τα σύνορα περιγιορισμένα, ήθελαν να συκοφαντούνε τους Eλληνες ότ' είναι θερία κι ανάξιοι της λευτεριάς τους. Τότε διά να πετύχει αυτό ο Κυβερνήτης, είπε του Κολοκοτρώνη και συντροφίας να βγάλουν παντού ληστάς, κι όπου βρίσκουν περιηγητάς γύμνωμα, ό,τι μπορέσουνε». Δεν μοιάζουν με συναξάρι όλα αυτά. Αλλά εδώ είναι το λάθος, το αενάως κληροδοτούμενο λάθος: να πιστεύουμε (να δασκαλευόμαστε για να πιστεύουμε) ότι χρειαζόμαστε αγίους, τάχα γιατί, αλλιώς, τραυματίζεται η εθνική μας αυτοεκτίμηση, και να φτάνουμε έτσι να τους κατασκευάζουμε, κόβοντας την Ιστορία σε φέτες και διαλέγοντας. Η Ιστορία ωστόσο θα μπορούσε να μας πει, διά στόματος αρμοδιοτάτου, του Γιάννη Βλαχογιάννη, ότι τα γραπτά των ανθρώπων δεν είναι ευαγγέλια εξ αποκαλύψεως συνταγμένα, ότι δηλαδή ο Μακρυγιάννης «δεν είναι μεν μάταιος, ούτε αλαζών και καυχηματίας, πάντως όμως μέγα φρονεί περί εαυτού, λίαν ενδιατρίβει περί τας ιδίας πράξεις και τους ιδίους λόγους, όσον δε νομίζει ότι αυτός και πράττων και λέγων ευρίσκεται εν δικαίω, τόσον επιδεικνύει τους άλλους σφαλλομένους, και λέγοντας και πράττοντας». Όσο για τον Κολοκοτρώνη και τα δικά του «Απομνημονεύματα», η Ιστορία θα έβρισκε και πάλι αρμοδιότατο στόμα, του Γεωργίου Τερτσέτη, για να μας πει: «Ποιος ζωγραφίζεται αναμάρτητος εις το βιβλίον; Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης. Τα λάθη του, τας ελλείψεις του δεν θα μάθωμεν από το βιβλίον του». Που σημαίνει ότι διαβάζουμε για να μάθουμε, όχι για να λιβανίσουμε και να σταυροκοπηθούμε.
Και τους αρχαίους βέβαια σαν προ Χριστού και χριστιανισμού αγίους τούς αντιμετωπίζουμε, σαν σχήματα, σαν ονόματα δίχως μεδούλι, αδιαφορώντας για τις σφοδρές συγκρούσεις των ίδιων των παλαιών ιστοριογράφων για τον έναν ή τον άλλον μεγάλο. Αλλά γι' αυτά, την άλλη φορά.

ΠΟΙΟΝ ΒΟΛΕΥΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;

Του Οδυσσέα Ιωάννου

Να τελειώνουμε με τους μύθους της μεταπολίτευσης». «Να δούμε κατάματα τους εαυτούς μας». «Να δεχτούμε μόνο την καθαρή αλήθεια». Φράσεις γραμμένες εκατοντάδες φορές τα τελευταία δύο χρόνια. Και με ύφος αυστηρό σαν διαταγή και έπαρση σαν την ανακάλυψη της πυρίτιδας. Κατ' αρχήν η μεταπολίτευση δεν είναι μία και είναι μάλλον ανιστόρητη η «ομογενοποίηση» μιας περιόδου τριάντα εφτά χρόνων. Δεύτερον, κανένας δεν αντέχει να δει κατάματα τον εαυτό του γιατί έχει πολύ μαύρο άσπαστο και φρίκη μη διαχειρίσιμη. Και τρίτον, καθαρή αλήθεια δεν υπάρχει στη φύση, μόνο σε «νοθευμένη» μορφή μπορεί να καταναλωθεί, αλλιώς σε βρίσκουν κοκαλωμένο σε πεζοδρόμιο.
Τα γοητευτικά ψέματα, οι μύθοι, είναι η αόρατη δροσιά που διατηρεί τους ανθρώπους σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Τους κάνει καλόπιοτους. Η άνυδρη αλήθεια μιας επιστημοσύνης, και δη οικονομικής, που χλευάζει τον μύθο -σε μορφή τέχνης ή απλής αφήγησης- για κάθε έλλειμμα που καταφέρνει να συγκρατήσει αφήνει ανεξέλεγκτες δέκα σαρκοβόρες τρύπες που καταπίνουν ζωές. Γιατί το να δούμε την αλήθεια και τον εαυτό μας κατάματα δεν εξαντλείται από τους υποστηρικτές τους στο να παραδεχτούμε πως δεν γίνεται να ζούμε άλλο με κάρτες και δανεικά. Δεν τα χαλάμε εκεί. Αυτό είναι το έλασσον. Όμως, το σαφάρι της αλήθειας και της αφτιασίδωτης πραγματικότητας μία κατάληξη μόνο μπορεί να έχει. Να αιχμαλωτιστούμε στη συγκυρία, να σκαλώσουμε μόνο σε ό, τι αποδεικνύεται, να ζήσουμε σαν υπηρέτες της Ιστορίας, να μην έχουμε στο στόμα γεύση από μέλι όταν γλείφουμε τα δαχτυλάκια της κόρης μας - εφόσον δεν υπάρχει μέλι.
Αυτή η «αλήθεια» βολεύει μόνο όσους δεν είχαν ποτέ παρτίδες με την ευτυχία επί της ουσίας. Στερημένοι από τη μεγάλη τέχνη, άγαρμποι στην τρυφερότητα, άκαμπτοι στα παραμύθια και εν τέλει άρρυθμοι στις ανάσες που διατηρούν τα σώματα ζεστά. Πάθη σε μόνιμη αναμονή. Πουλάνε στο πόπολο την τρομοκρατία της υποταγής στην αλήθεια -τη δική τους- για να τιμωρήσουν ό, τι δεν μπορούν να καταλάβουν.
Και όταν η συζήτηση φτάνει στο όριο, σού πετάνε το οπλισμένο επιχείρημα και νομίζουν πως σε αποστομώνουν. «Δηλαδή αν δεν έχουμε τον Ιούλιο να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, θα μας σώσουν οι μύθοι, τα γοητευτικά ψέματα και η μεγάλη τέχνη;».
Ησύχασε, τίποτα δεν θα σε σώσει, έτσι κι αλλιώς. Όμως σίγουρα αν σταματήσεις να αισθάνεσαι εκείνα τα μικρά δαγκώματα στα γόνατα τα βράδια που είσαι ευτυχισμένος και αν απολέσεις για πάντα εκείνο το ένζυμο που μετατρέπει τον κοπανιστό αέρα σε ζωή με κάποιο νόημα, τότε ο μισθός τού Ιουλίου απλά θα παρατείνει για έναν ακόμη μήνα το μαρτύριό σου...

Καθημερινη

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΩΝ.

Της Κατερίνας Τζωρτζινάκη 

Ακούσαμε λέξεις αδειανές. Για άλλη μία φορά. Ηχους, χωρίς αντίκρισμα. Χωρίς σάρκα. Αντικατοπτρισμούς. Λέξεις-μάσκα της αδυναμίας ή της αμηχανίας. Παίγνια και λογοπαίγνια, ειρωνείες και ελαφρότητες επί προσωπικού, ανάμεσα στην ανία και την κατήφεια, τις αφαιρέσεις και τις καθιζήσεις. Για το περιεχόμενο του σχεδίου μόνο γενικότητες, σε τρεις συμπυκνωμένες μέρες που έγερναν απελπιστικά από το βάρος της δραματοποίησης, χωρίς να αποδίδεται η δραματικότητα των γεγονότων με πειθώ, αλλά με «πιστόλια» και «μαχαίρια».
«Δεν υπάρχει τίποτα γλυκό και πρέπον στο να πεθάνεις στο σύγχρονο πόλεμο», έλεγε ο Χέμινγουεϊ, με εμπειρία τριών μεγάλων πολέμων, περνώντας ξυστά από το θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι επιλογή, είναι σιδερένια νομοτέλεια. Δεν υπάρχει τίποτε γλυκό στο να πεθάνεις από μαχαίρι ή στο να πέσεις από σφαίρα. Δεν μας παρηγορούν καθόλου. Δεν μας παρηγορούν τα προσωπικά τους δράματα και τραύματα, ούτε βολευόμαστε με τη συμπάθεια, που σκιαγραφεί την τέχνη της τηλεπάθειας των συγκινήσεων.
Ο λόγος τους δεν μας χόρτασε. Ισως, γιατί έκρυβε άτεχνα αυτό που έξοχα απαθανάτισε ο Τεοντόρ Ζερικό στο έργο του «Σχεδία της Μέδουσας». Δεν υπάρχει ούτε ήρωας ούτε μήνυμα. Μόνον τα βάσανα των ναυαγών και το μαρτύριό τους, που μένει άδοξο. Επιβιβαστήκαμε στη σχεδία της Μέδουσας. Επιβιβαστήκαμε στη σχεδία της απόγνωσης. Ενα παραζαλισμένο κοπάδι απελπισμένων, εγκαταλελειμμένων από τους ηγέτες τους, όπως και στον εμβληματικό πίνακα. Και τώρα τι; Μετά το Μεσοπρόθεσμο τι; Μετά το Μεσοπρόθεσμο πώς;
Πόσο θα συνεχίσουμε να θαλασσοδερνόμαστε αβοήθητοι, τρώγοντας ο ένας τον άλλον; Πόσοι θα μετρηθούμε και θα αναμετρηθούμε με την ένδεια και την κατάδυση στην ομίχλη; Πόσοι θα σωθούν και θα συρθούν προς την ακτή; Πόσους θα καταβάλει ο πανικός και ο φόβος; Ποιος θα μας περιμαζέψει; Το «Αργος» της Ευρώπης, συνοδευτικό πλοίο της «Μέδουσας»; Στη μυθοπλασία υπάρχει σωτηρία -για λίγους- και θέληση για ζωή. Στη χώρα των πυροτεχνημάτων;